Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΟΣ | 2011

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΚΟΡΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΟΣ»

Με αφορμή το επικείμενο ανέβασμα της Κόρης της καταιγίδος του Θεόφραστου Σακελλαρίδη από τις «Όπερες των ζητιάνων» στο Φεστιβάλ Αθηνών, και με δεδομένο το γεγονός ότι με αυτή την παράσταση επιχειρούμε μια προσέγγιση της ελληνικής οπερέτας κάπως ασυνήθιστη, αισθανόμαστε την ανάγκη να κάνουμε μερικές διευκρινίσεις.

Γιατί οπερέτα;

Η οπερέτα είναι είδος κακοπαθημένο, με αρκετές δεκαετίες υποβάθμισης στην πλάτη της. Αψυχολόγητες συρραφές, ψευδονοσταλγία, συντηρητισμός, σεμνοτυφία, είναι ασθένειες που για καιρό έπλητταν την παραστασιολογία του είδους. Η παράστασή μας είναι μια απόπειρα να το αντιμετωπίσουμε ξανά με τον δέοντα σεβασμό, ως κανονικό θέατρο, δηλαδή, και όχι ως αφορμή για νοσταλγικά singalongs.

Σε πείσμα του ιδεολογήματος πως, τάχα, πρόκειται για ξενόφερτο και «δεύτερο» είδος που δεν μας αφορά πραγματικά, η οπερέτα είναι στην πραγματικότητα ανεξάλειπτο κομμάτι της καλλιτεχνικής ιστορίας του αστικού ελληνισμού. Πρόκειται, ουσιαστικά, μαζί με την ελαφρύτερη επιθεώρηση, για το μοναδικό μουσικοθεατρικό είδος που ρίζωσε βαθιά στη νεοελληνική πραγματικότητα, αφήνοντας ογκωδέστατη κληρονομιά. Όσο για τη θεατρική φόρμα της φάρσας, στην οποία βασίζεται και η Κόρη της καταιγίδος, αυτή δεν έπαψε να ενημερώνει τη λαϊκή δραματική μας παραγωγή ως τις μέρες μας, από το «Ρετιρέ» του Δαλιανίδη ως τους Παπαθανασίου-Ρέππα.

Αυτό που, ωστόσο, καθιστά επιτακτική την αναβίωση ενός έργου όπως Η κόρη της καταιγίδος είναι, στην πραγματικότητα, η μουσική δραματουργία, την οποία δεν διστάζουμε να χαρακτηρίσουμε υποδειγματική. Είναι καιρός πια, εκτός από έξοχος τραγουδοποιός, ο Σακελλαρίδης να αποκατασταθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους δραματουργούς του μουσικού μας θεάτρου, με βαθιά τεχνογνωσία (η έρευνά μας στα χειρόγραφα το πιστοποιεί) και αίσθηση της δραματικής οικονομίας.

Η διανομή

Ο ηθοποιός του μουσικού θεάτρου του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, που παίζει χωρίς να είναι ο επιδαύριος δραματικός ηθοποιός, τραγουδά χωρίς να είναι τραγουδιστής της όπερας, χορεύει χωρίς να είναι χορευτής του μπαλέτου, είναι ένα είδος ουσιαστικά χαμένο, του οποίου δείγματα ωστόσο έχουν διασωθεί στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο (Αυλωνίτης, Βασιλειάδου, Βλαχοπούλου...). Ελλείψει ακριβούς σύγχρονης αντιστοιχίας, επιχειρήσαμε ένα λιγάκι «ανίερο», πειραματικό μείγμα και συναρμολογήσαμε μια ετερόκλητη διανομή, όπου έμπειροι (Ναλμπάντης, Ρασιδάκις), αλλά και νεώτεροι (Ζαχαροπούλου, Κουτελιέρης) τραγουδιστές της όπερας συνυπάρχουν με ηθοποιούς που τραγουδούν (Χατζηαυξέντη, Κόκκορης), μια τραγουδίστρια της ποπ (Ίντρα) και μια λυρική τραγουδίστρια (Λιώνα) σε ρόλο πρόζας.

Θεατρική αισθητική

Λίγο μας ενδιαφέρουν οι ιδεοληψίες ως προς το τι συνιστά «καλό θέατρο» (σκηνοθετικό «όραμα», υποκριτική ομοιογένεια, αρραγείς δραματουργίες...). Η τηλεοπτική υποκριτική, οι μανιέρες, οι μπαλαφάρες αποτελούν εξίσου κομμάτι της πραγματικότητας, και άρα αντικείμενο θεατρικής διαπραγμάτευσης. Μην ξεχνάμε εξάλλου πως, εμπλεκόμενοι με την οπερέτα, διαλεγόμαστε υποχρεωτικά με ένα θέατρο «λαϊκό», χωρίς απαραίτητα τις αξιώσεις, αλλά και τις αγκυλώσεις, της «υψηλής» τέχνης.

Ενορχήστρωση

Ίσως φανεί παράξενο που, σε μια παράσταση που θέτει ως σκοπό να αναβιώσει ένα άγνωστο έργο, επιλέξαμε τη χρήση μιας νέας ενορχήστρωσης. Αυτό συνέβη κυρίως για οικονομικούς λόγους. Η σχετικά πολυμελής ορχήστρα (των 20 περίπου ατόμων) μπορεί να ήταν de rigueur στο θέατρο της εποχής του Σακελλαρίδη, ωστόσο, σήμερα, ακόμη και τα οκτώ άτομα της δικής μας ορχήστρας είναι στα όρια του οικονομικά προσιτού για έναν ανεξάρτητο φορέα όπως εμείς. Ανάμεσα στην λύση του να καταφύγουμε στη συνεργασία με κάποιο εδραιωμένο μουσικό σύνολο (επιλογή που, ενδεχομένως, να δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε) και την επανενορχήστρωση, προτιμήσαμε τη δεύτερη λύση, η οποία τουλάχιστον καθιστά την παράσταση φθηνότερη και πιο φορητή. Επιπλέον, μας επιτρέπει να ακούσουμε τις φαινομενικά «τετριμμένες» αυτές μελωδίες με πιο απροκατάληπτα αυτιά, φωτίζοντάς τις από απροσδόκητες γωνίες. Σε κάθε περίπτωση, το μουσικό υλικό εκτελείται πλήρες, χωρίς καμία απολύτως περικοπή.

Περί ύφους

Η μουσική γραφή του έργου, φιλόδοξη και καταφανώς ενημερωμένη για τις σύγχρονες τάσεις, αναμειγνύει την τεχνοτροπία της γαλλικής (ιδίως) οπερέτας με αποήχους από τον Ντεμπυσύ και τον Πουτσίνι (η Κόρη της καταιγίδος, γραμμένη το 1923, προηγείται τρία χρόνια της Τουραντότ). Παρατηρήσαμε ότι, την ίδια ακριβώς χρονιά, στη Βιέννη, ο Σαίνμπεργκ παρουσιάζει στους μαθητές του το απαύγασμα της τότε ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, τη «μέθοδο σύνθεσης με τους δώδεκα φθόγγους». Προς τιμήν αυτής της αναπάντεχης ιστορικής σύμπτωσης, προσθέσαμε στην «Κόρη της καταιγίδος» μία από τις λίγες «εξυπνάδες» μας: μια μικρή, αυστηρά δωδεκάφθογγη άρια για την κα Γκραντίδη. Όχι τίποτε άλλο, για να «ισιώσει» και το αυτί των σοβαρών μουσικόφιλων.

Εθελοντισμός

Αυτή η παράσταση δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη γενναιόδωρη συμμετοχή τριάντα περίπου εθελοντών, που στελεχώνουν τη χορωδία και άλλες καίριες θέσεις. Πρέπει να υπογραμμίσουμε την άποψή μας πως, στις παρούσες οικονομικές συνθήκες, συμμετοχικές απόπειρες όπως αυτή είναι η μοναδική διέξοδος για να συνεχίσει κανείς να υπάρχει και να είναι παραγωγικός στο πολυέξοδο άθλημα του μουσικού θεάτρου – έξω, τουλάχιστον, από τους θεσμικούς φορείς (π.χ. Ε.Λ.Σ.), που, όμως, ούτε κι αυτοί βρίσκονται σε πολύ καλύτερη μοίρα...

Επίλογος

Βρήκαμε τη μουσική και το κείμενο της Κόρης της καταιγίδος, πληρέστατα και σε άριστη κατάσταση, στο Αρχείο Σακελλαρίδη που φυλάσσεται στο Θεατρικό Μουσείο. Χάρη στην ανυπόκριτη συνεργασία των υπευθύνων του αρχείου, μελετήσαμε και μεταγράψαμε το χειρόγραφο και είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε πως η πρώτη (νομίζουμε) πλήρης και κριτική έκδοση έργου του Σακελλαρίδη είναι έτοιμη για έκδοση και χρήση. Με μία εξαίρεση: στο Ντούετο αρ. 10, ένα μέτρο της μουσικής ήταν καλυμμένο από σελοτέιπ και δεν ήταν αναγνώσιμο στη φωτογράφηση. Όταν επιχειρήσαμε να επιθεωρήσουμε ξανά το χειρόγραφο, το Θεατρικό Μουσείο είχε ήδη μπει στη μεγάλη του περιπέτεια – περιπέτεια που, αν είχε ξεκινήσει μερικούς μήνες νωρίτερα, η Κόρη της καταιγίδος θα παρέμενε δέσμια του αρχείου της κι εμείς δεν θα είχαμε στα χέρια μας έργο για να παίξουμε. Έτσι όπως ήλθαν τελικά τα πράγματα, το επίμαχο μέτρο θα αποδοθεί στην παράστασή μας σε ανακατασκευή.

Χαράλαμπος Γωγιός
Αλέξανδρος Ευκλείδης