Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΟΣ | 2011

Η δραματική λογοτεχνία του Μεσοπολέμου δεν άφησε μεγάλα έργα. Αφόρητα πληθωρική (μόνο το καλοκαίρι του 1929 παραδόθηκαν στο Θίασο των Νέων στο Παγκράτι 300 έργα) διχασμένη ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, τα ντόπια και τα ξένα πρότυπα, αναζήτησε έμπνευση πότε στο γαλλικό βουλεβάρτο, πότε στο κωμειδύλλιο, πότε στα νέα ρεύματα που προσπαθούσε να αφουγκραστεί από την Ευρώπη. Παρά τη σθεναρή προσπάθεια δημιουργίας θεατρικής ζωής και εγχώριας δραματουργίας και καθώς το κράτος ήταν σταθερός αντίμαχος με την υψηλή φορολογία στα θεάματα, τα αποτελέσματα παρέμεναν πενιχρά, ως τα τέλη της δεκαετίας του 1910.

Το στοιχείο που ανέτρεψε τη ζοφερή αυτή κατάσταση ήταν η μουσική και η βέλτιστη δυνατή αξιοποίησή της. Αρχικά με την Επιθεώρηση και κατόπιν με την Οπερέτα, το ελληνικό θέατρο μπόρεσε να σταθεί στα πόδια του και να γνωρίσει μέρες μεγάλης δόξας, να δημιουργήσει σταθερή χειμερινή θεατρική περίοδο στην Αθήνα, να τροφοδοτήσει την πλειοψηφία των θεάτρων με ελληνικά έργα, περιθωριοποιώντας γρήγορα τα βιεννέζικα και γαλλικά ελαφρά μουσικά πρότυπα.

Η κόρη της καταιγίδος (1923) είναι γραμμένη σε μια τέτοια περίοδο ακμής. Μετά τη μυθική επιτυχία των Απάχηδων των Αθηνών του Νίκου Χατζηαποστόλου και της Γλυκιάς Νανάς του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, δύο θιασάρχες αποφασίζουν σε μια περίοδο ακμής και πυρετώδους οπερετικής παραγωγής των Έμεριχ Κάλμαν και Φραντς Λέχαρ να στρέψουν τα νώτα τους στους δυο συνθέτες και να υπογράψουν συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με τους δυο έλληνες συναδέλφους τους που αναφέραμε παραπάνω. Το γεγονός αποτελεί φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, φαινόμενο το οποίο ο φθόνος των συναδέλφων τους δραματικών συγγραφέων, που κατά κανόνα κρατούσαν και από μια στήλη θεατρικής κριτικής ο καθένας, φρόντισε να το ρίξει στη λήθη ή να το παρουσιάσει ακόμη και σαν κατάπτωση.

Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι η κριτική δεν στέκεται ιδιαίτερα ούτε στη μουσική –τη θεωρεί συρραφή αντιγραμμένων γνωστών μελωδιών– ούτε στο λιμπρέτο, που το θεωρεί –αντίστοιχα– συρραφή γαλλικών φαρσικών πλοκών με μια στοιχειώδη προσαρμογή στα καθ’ ημάς. Υπάρχουν, ωστόσο, στο ανυπόληπτο αυτό λιμπρέτο κάποια δραματουργικά στοιχεία με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Το πρώτο που δείχνει ανάγλυφα την διαπάλη με τους «επίσημους» δραματικούς συγγραφείς είναι η ειρωνεία για τα πρότυπα των αντιπάλων: «Σοφόκλειον» ονομάζει το περίεργο σύμπλεγμα μέσα στο οποίο έχει βρεθεί ο Πέτρος (πρ. Β΄ σκ. 2). Τόσο τα κλασικά όσο και τα ευρωπαϊκά νεωτερικά πρότυπα περνούσαν από τη σκηνή του ελαφρού μουσικού θεάτρου για να καταρρακωθούν σατιριζόμενα μαζί με το δίπολο υψηλή και ταπεινή τέχνη. Ας θυμηθούμε πρόχειρα τα νούμερα που σατιρίζουν παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας στη μεσοπολεμική Επιθεώρηση, την Επιθεώρηση με τον τίτλο Φουτουρισμός στα 1933, το τραγούδι «Σπλην» του Σακελλαρίδη, που βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με το γνωστό ποίημα του Μπωντλαίρ, ούτε βέβαια με τις προσπάθειες μίμησής του από έλληνες ποιητές όπως ο Κώστας Ουράνης, αλλά αποτελεί αντίθετα παρώδησή τους.

Το δεύτερο δραματουργικό στοιχείο που αξίζει να σχολιαστεί στην Κόρη της καταιγίδος είναι η τόλμη της ανηλεούς κριτικής της για το θεσμό της οικογένειας. Το έργο ξεκινά με ένα γάμο-οπερέτα! Κύριος δυναμιτιστικός παράγων αποδεικνύεται η μητέρα, κύριος εξισορροπητικός παράγων η εταίρα-θεατρίνα. Αν θυμηθούμε ότι η ηθογραφία δεν έχει ακόμη υποχωρήσει στο Μεσοπόλεμο και ότι ένας από τους ελάχιστους σταθερούς θεσμούς που παρουσιάζονται από τη σκηνή της είναι η οικογένεια, καταλαβαίνουμε ότι η κριτική του Σακελλαρίδη είναι «υπερβόρεια», ξεπερνά την ιψενική και φτάνει σε σκληρότητα τη στριντμπεργκική. Όλ’ αυτά φυσικά αν τη πάρουμε στα σοβαρά…

Επιστρέφοντας στη μουσική κριτική της Οπερέτας θα θυμίσω ότι, στις λίγες ενυπάρχουσες ιστορίες του είδους διεθνώς, τα έργα αποτιμώνται συνήθως με γνώμονα τον αριθμό των τραγουδιών που καταφέρνουν να βγάλουν από τη σάλα του θεάτρου και να διοχετεύσουν στους δρόμους και τα γραμμόφωνα και κατά δεύτερον από τον αριθμό των παραστάσεών τους. Πέρα λοιπόν από την «Πλου–Πλου» που ακούγεται ακόμη και σήμερα, το έργο επαναλήφθηκε επτά χρονιές ως τον πόλεμο και τη χρονιά της πρεμιέρας του έκανε 55 βραδιές παράστασης, επιτυχία προφανώς καθόλου αμελητέα. Τώρα ανακαλύπτεται και ξαναπαρουσιάζεται σ’ ένα πολυεθνικό πολυπολιτισμικό φεστιβάλ, όπως ήταν και η μεσοπολεμική θεατρική Αθήνα που το γέννησε.

Μανώλης Σειραγάκης
Λέκτορας Θεατρολογίας
Πανεπιστήμιο Κρήτης